Η Ιστορική εξέλιξη της Σωματικής Ψυχοθεραπείας
Ο όρος «Σωματική Ψυχοθεραπεία» άρχισε να εδραιώνεται στον χώρο της Ψυχοθεραπείας τη δεκαετία του ’80. O Επιστημονικός και Διοικητικός φορέας της στην Ευρώπη, η ΕΑΒΡ, ιδρύθηκε το 1988, ενώ παράλληλα στην Αμερική δραστηριοποιείται η USABP. Αυτήν την εποχή βρισκόμαστε ήδη στην τέταρτη «γενιά» Σωματικών Ψυχοθεραπευτών, αρχίζοντας από τον Reich και τον Raknes.
Η Σωματική Ψυχοθεραπεία περιλαμβάνει ένα σύνολο ψυχοθεραπευτικών προσεγγίσεων που έχουν τις ίδιες βασικές αρχές:

  1. το σώμα παίζει σημαντικό ρόλο στην ψυχική κατάσταση του ατόμου
  2. νους και σώμα είναι αλληλένδετα
  3. η συμμετοχή του σώματος και η έμφαση σ’ αυτό, αυξάνει τις θεραπευτικές δυνατότητες της ψυχοθεραπείας

Θα μπορούσαμε να πούμε ότι η ιστορία της Σωματικής Ψυχοθεραπείας ξεκινά από τη δουλειά του Δρ. Pierre Janet (1889), τουλάχιστον 3 χρόνια πριν ο Freud εδραιώσει επίσημα την ψυχανάλυση (1892). Σύμφωνα με τον David Boadella (1997), ο Janet έδινε έμφαση στο σώμα του ασθενή και στη μη λεκτική επικοινωνία και τα ευρήματά του συνδέονται άμεσα με τη Σωματική Ψυχοθεραπεία αφού περιλαμβάνουν, μεταξύ των άλλων, σημαντικά στοιχεία για το μπλοκάρισμα του διαφράγματος, την επίπτωση των συγκινησιακών εντάσεων στη ροή των υγρών του σώματος και τη σημασία της σωματικής δουλειάς σε ασθενείς που έχουν υποστεί τραυματικό σοκ.

Ένας άλλος σημαντικός ερευνητής στην ιστορία της Σωματικής Ψυχοθεραπείας ήταν ο Albert Abrams (1891–1910) ο οποίος βάσισε κάποιες από τις θεωρίες του στη δουλειά του Franz Anton Mesmer (1779) και των Armand-Marie-Jacques de Chastenet και Marquis de Puységur (1784) σχετικά με τη διασύνδεση νου και σώματος.

Όπως αναφέρει ο Boadella (1997), ο Freud ασχολήθηκε ερευνητικά με τα ευρήματα του Janet και επηρεάστηκε από τις ιδέες του, αλλά στη συνέχεια αγνόησε τη μελέτη του σώματος και επικεντρώθηκε αποκλειστικά στη λεκτική επικοινωνία. Αρχικά ο Freud είχε περιγράψει την έννοια του Εγώ ως «πρώτα και κύρια ένα σωματικό εγώ» (Freud, 1923), που υποδηλώνει διασύνδεση σώματος και νου. Επίσης, η αρχική του σύλληψη για τη libido ήταν μέσα σ’ ένα πλαίσιο ομοιόστασης με μια ένθερμη υποστήριξη στην ελευθέρωση της ενέργειας του σώματος. Ωστόσο αργότερα, έκανε στροφή, θεωρώντας, μάλλον, ότι το σώμα αντιπροσωπεύει την επικίνδυνα κυρίαρχη δύναμη των ενστίκτων η οποία θα πρέπει να κρατιέται υπό τον έλεγχο του νου. Ο νους έγινε πλέον το επίκεντρο της κλασικής ψυχοθεραπείας ως το μέσο με το οποίο μπορεί ο άνθρωπος να εκφράσει τον πυρήνα του εαυτού του με την επεξεργασία των σκέψεων και των πεποιθήσεών του.

Ο Αυστρο-ουγγαρός γιατρός και ψυχαναλυτής Wilhelm Reich (1897–1957), μαθητής και μετέπειτα συνεργάτης του Freud, έγινε σταδιακά ο πιο σημαντικός πρωτοπόρος της Σωματικής Ψυχοθεραπείας. Ο Reich εστίασε στον «Χαρακτήρα» του αναλυόμενου -ο προσωπικός ιδιαίτερος τρόπος ύπαρξης του ατόμου- που αποτελεί τη βάση των συμπτωμάτων που εκδηλώνονται. Εισήγαγε την έννοια «Θωράκιση» η οποία αναφέρεται στον αμυντικό μηχανισμό που αναπτύσσει ένα άτομο για να ανταπεξέλθει σε έντονες αισθήσεις και ανυπόφορα συναισθήματα. Η «Θωράκιση» έχει χαρακτηρολογική και σωματική συνιστώσα. Ανέπτυξε, δε, τη «Νευροφυτοθεραπεία», μια μέθοδο αποκατάστασης της υγιούς λειτουργίας του Αυτόνομου Νευρικού Συστήματος (ΑΝΣ) μέσω συγκεκριμένων σωματικών τεχνικών και ασκήσεων που ακολουθούνται από λεκτική έκφραση και επεξεργασία.

Οι ιδέες του Reich,  για τον «Χαρακτήρα» και για την επεξεργασία της αντίστασης και της αρνητικής μεταβίβασης, έγιναν ευρέως αποδεκτές στον ψυχαναλυτικό κόσμο, ενώ, η έμφαση που έδινε στη δουλειά με το σώμα, τη συναισθηματική εκφόρτιση και τη σεξουαλικότητα, συνεχίστηκε και αναπτύχθηκε από διάφορες Νέο-Ραϊχικές και Βιοενεργητικές σχολές.
Αργότερα, ο Reich ανέπτυξε περαιτέρω τις έννοιες της οργασμικής ικανότητας, γύρω από τη σεξουαλική ενέργεια, σε αυτό που αποκάλεσε «ενέργεια της οργόνης», πράγμα που τον έκανε ακόμα λιγότερο δημοφιλή στους ψυχαναλυτικούς κύκλους.

Άλλοι νεωτεριστές όπως οι Groddeck και Ferenczi, πειραματίστηκαν κι αυτοί δουλεύοντας πιο άμεσα με το σώμα, ενώ ο Adler, ο Jung και άλλοι ασχολήθηκαν με το πώς διανέμεται η ψυχική ενέργεια μέσα στο σώμα και τη σχέση μεταξύ σώματος και νου.
Αρκετοί ψυχοθεραπευτές, σύγχρονοι του Reich, επηρεάστηκαν πολύ από τη δουλειά του με το σώμα, ιδιαίτερα ο Fritz Perls (1969), ιδρυτής της θεραπείας Gestalt, ο Arthur Janov (1970) που θεμελίωσε την Πρωτογενή θεραπεία, και ο Stanislav Grof (1986) ο οποίος ονόμασε την τεχνική του Holotropic Breathwork. Κανένας τους όμως δεν το παραδέχτηκε.

Η δουλειά του Reich με το σώμα, τη μυϊκή θωράκιση και την αντίσταση, προσέλκυσε πολλούς οπαδούς. Στη Νορβηγία και στην Αμερική, ο Reich εργάστηκε με πολλούς επαγγελματίες που ενσωμάτωσαν τη θεωρία του στη δουλειά τους. Αναπτύχθηκε ένα διεθνές κίνημα Σωματικής Ψυχοθεραπείας με πολλές παραλλαγές οι οποίες είτε απέρρεαν απευθείας από τη δουλειά του Reich είτε προσέθεταν κάτι ουσιαστικό σ’ αυτήν ή τουλάχιστον όφειλαν πολλά σ’ αυτήν.

Στην Αμερική, ο Elsworth Baker μαζί με συνεργάτες τους -γνωστοί ως «Οργονομιστές»-  ίδρυσε  το Κολέγιο της Οργονομίας (1968) και εξέδωσε το Περιοδικό της Οργονομίας, συνεχίζοντας την παράδοση της Ιατρικής Οργονομίας του Reich.
Η δεύτερη γενιά Σωματικών Ψυχοθεραπευτών, που εκπαιδεύτηκαν από τον Reich στην Αμερική και αποκαλούνται «Νέο-Ραϊχικοί», περιλαμβάνει τους: Alexander Lowen, John Pierrakos, Myron Sharaf και Eva Reich.

Ο γιατρός Alexander Lowen (1910-2008) δημιούργησε τη Βιοενεργητική Ανάλυση (1975), αναπτύσσοντας και προσθέτοντας πολύ σημαντικές έννοιες-τεχνικές στη Σωματική Ψυχοθεραπεία: τη «γείωση» στη θεραπεία, τη θεραπευτική δουλειά σε όρθια στάση και τη διεύρυνση της αναπνοής.

Ο John Pierrakos (1921-2001), συνεργάτης αρχικά του Lowen, ανέπτυξε την Ενεργητική του Πυρήνα (1987) που αποσκοπεί στη διευκόλυνση της απελευθέρωσης του πυρηνικού εαυτού, συνδυάζοντας τη θεραπευτική του εμπειρία στην πρακτική της Βιοενεργητικής, με ένα είδος πνευματικού διαλογισμού που χρησιμοποιούσε η γυναίκα του και με επικέντρωση στην ευχαρίστηση του να ζεις.

Η Eva Reich, η μικρότερη κόρη του W. Reich, ανέπτυξε την τεχνική Ήπια Βιοενεργητική (Gentle Bioenergetics) ή Ήπιο Παιδικό Μασάζ (1996), ένα είδος απαλού μασάζ που μπορούν να κάνουν οι μητέρες στα πρόωρα μωρά τους για να υποβοηθήσουν τη διαδικασία ανάπτυξης δεσμού μαζί της, ο οποίος έχει διαταραχθεί.

Στη Νορβηγία, ο ψυχαναλυτής Ola Raknes (1887-1975), εκπαιδεύτηκε κι αυτός από τον Reich στη Χαρακτηρο-αναλυτική Νευροφυτοθεραπεία και στη συνέχεια εκπαίδευσε με τη σειρά του άλλους επιστήμονες όπως οι: A.S. Neill, Paul Ritter, Peter Jones, David Boadella, Gerda Boyesen και Malcolm Brown. Αρκετοί απ’ αυτούς ανέπτυξαν το δικό τους είδος Σωματικής Ψυχοθεραπείας και αποτέλεσαν την τρίτη γενιά Σωματικών Ψυχοθεραπευτών.

Έτσι, ο David Boadella δημιούργησε τη Βιοσύνθεση, που εμβαθύνει στο πώς τα τρία εμβρυολογικά στρώματα -ενδόδερμα, μεσόδερμα και εξώδερμα- επηρεάζουν τις τωρινές δομές στο σώμα. Ο Boadella ήταν πολύ σημαντική μορφή στο χώρο της Σωματικής Ψυχοθεραπείας, ιδιαίτερα από το 1970 ως το 1990. Δημιούργησε το πρώτο περιοδικό για τη Σωματική Ψυχοθεραπεία: Energy & Character, το οποίο τη βοήθησε να αποκτήσει ανεξάρτητη ταυτότητα ως επιστημονικός χώρος και εσωτερική συνοχή. Επίσης, βοήθησε να ιδρυθεί η Ευρωπαϊκή Ένωση Σωματικής Ψυχοθεραπείας (EABP, 1988) και έγινε ο πρώτος της πρόεδρος.

Η Gerda Boyesen (1922-2005) ίδρυσε τη Βιοδυναμική Ψυχολογία (1980), προσθέτοντας την κατανόηση ότι το σύστημα της αυτορρύθμισης της συναισθηματικής έντασης έγκειται, όχι μόνο στο αντανακλαστικό του οργασμού ή στη χαλάρωση της μυϊκής θωράκισης, αλλά και στη παρασυμπαθητική δραστηριότητα του πεπτικού συστήματος. Εισήγαγε τους όρους «συναισθηματική αφομοίωση» και «ψυχο-περίσταλση» και ανέπτυξε θεωρία και τεχνικές για τη χαλάρωση της θωράκισης στο συνδετικό ιστό και της μυϊκής θωράκισης κατά Reich. Επίσης, ανέπτυξε ένα είδος πολύ απαλού μασάζ που χαλαρώνει και εξισορροπεί το ΑΝΣ ενισχύοντας κατ’ αυτόν τον τρόπο την έκφραση συναισθημάτων που υπάρχουν πίσω από τις σωματικές εντάσεις.
Ο γιος της Paul Boyesen, δημιούργησε αργότερα τη δική του μέθοδο που αποκάλεσε Ψυχο-οργανική Ανάλυση.

O Malcolm Brown και η σύζυγός του Katherine Ennis Brown, με επιρροές από την ψυχοθεραπεία Gestalt και τους Charlotte Selver, Carl Rogers (2003), Reich, Lowen, Boadella (1987) και Boyesen (1980), ανέπτυξαν την Οργανισμική Ψυχοθεραπεία.  Οι Brown εμβάθυναν στην επίδραση που έχει το άγγιγμα του θεραπευτή και στο πώς αυτό διαφοροποιείται ανάλογα με το αν ο θεραπευτής είναι άντρας ή γυναίκα. Ο Malcolm Brown διερεύνησε τη διαφορετική λειτουργικότητα που έχει, στη θεραπεία, η «κάθετη γείωση» (όρθια θέση) σε σχέση με την «οριζόντια γείωση».

Η Lillemore Johnsen (1981) με επιρροές από τον Freud και τον Reich και μέσω μιας πιο υπαρξιακής οπτικής, ανέπτυξε μια ιδιαίτερη μέθοδο «ανάγνωσης του σώματος», απαλού αγγίγματος και αποκατάστασης της αναπνοής, με μια ακριβή διαδικασία διάγνωσης. Αποκάλεσε την προσέγγισή της Integrated Respiration Therapy.

Η Lisbeth Marcher (1989) χρησιμοποιώντας κάποιες ιδέες της Johnsen, δημιούργησε την προσέγγιση Bodynamics, η οποία θεωρεί ότι τα προβλήματα της προσωπικότητας και τα στοιχεία της δομής του χαρακτήρα, δημιουργούνται ως αποτέλεσμα συγκρούσεων στις σχέσεις. Οι τεχνικές της αποσκοπούν στο μετασχηματισμό παλιών και επίμονων μοτίβων συμπεριφοράς μέσα από την εκπαίδευση και ενεργοποίηση κινητικών και ψυχολογικών πόρων.

Ο Charles Kelley (1922-2005) δημιούργησε τη μέθοδο Radix (δεκαετία 1970), ένα είδος «εκπαίδευσης στο συναίσθημα, στο σκοπό και στη βελτίωση της όρασης», συνδυάζοντας τις τεχνικές του Reich για συναισθηματική εκφόρτιση και τη μέθοδο του William Bates για τη βελτίωση της όρασης.

Ο Stanley Keleman (1986), μαθητής των Alexander Lowen και Ola Raknes, διαφοροποιήθηκε σημαντικά από τον Reich, αποδεικνύοντας ότι η έννοια της θωράκισης, της ροής της ενέργειας και του περιορισμού αυτής, επεκτείνεται όχι μόνο στους μυς αλλά και στους μαλακούς ιστούς του σώματος, στα σπλάχνα.

Ο Ron Kurtz (1990), συνδυάζοντας τις επιρροές του από τη θεραπεία Gestalt, την πρωτογενή θεραπεία του Arthur Janov, το Rolfing, τη Βιοενεργητική Ανάλυση και τους J. Pierrakos, Al Pesso και Moshe Feldenkrais, ανέπτυξε τη μέθοδο Hakomi, που βοηθά το άτομο να αναδείξει αυτό που έχει τη δυνατότητα να είναι ή αυτό που θα ‘πρεπε να είναι.

Ο Jack Lee Rosenberg (1996) δημιούργησε τη Συνθετική Σωματική Ψυχοθεραπεία ενσωματώνοντας στοιχεία από τη γιόγκα, τη Βιοενεργητική Ανάλυση, τη Ραϊχική ανάλυση, τη ψυχανάλυση, τη Συνδιαλλεκτική ανάλυση και τις αντικειμενότροπες σχέσεις.

Ο ψυχίατρος Jerome Liss (1986) ανέπτυξε τη Βιοσυστημική προσέγγιση, η οποία συνδυάζει διάφορους τρόπους δουλειάς με το σώμα, για να διερευνήσει τη σχέση μεταξύ των παρασυμπαθητικών και συμπαθητικών πλευρών του ΑΝΣ. Η συναισθηματική εμβάθυνση που προκύπτει βοηθά το άτομο να επανέλθει σε μια υγιή ισορροπία.

Περνώντας στην επόμενη γενιά Σωματικών Ψυχοθεραπευτών που δεν είχαν καμία επαφή με συνεργάτες και μαθητές του Reich, ο Jacob “Jay” Stattman (1989 και 1991) ίδρυσε την Ενωτική Ψυχολογία, ενοποιώντας στοιχεία της Ανθρωπιστικής Ψυχολογίας με το θεωρητικό έργο του Reich και κάποια ψυχοδυναμικά στοιχεία της Ανάλυσης του Χαρακτήρα. Χρησιμοποίησε διάφορες τεχνικές με το σώμα εστιάζοντας στην αναπνοή, την κίνηση και την επαφή, επηρεασμένος από την Gerda Boyesen, τον Reich, τον Lowen και τον Feldenkrais.

Επηρεασμένη από την Gestalt και τη Βιοενεργητική, η ψυχίατρος Yvonne Maurer (1993) ανέπτυξε την Επικεντρωμένη στο Σώμα Ψυχοθεραπεία.

Ο Luciano Rispoli (2008) ανέπτυξε τη Λειτουργική Ψυχολογία που εξετάζει τη λειτουργικότητα του ατόμου σε όλα τα επίπεδα: νοητικό, συγκινησιακό, σωματικό, φυσιολογικό. Η θεραπεία αποσκοπεί στο να κινητοποιήσει και να ενσωματώσει ξανά τις αλλοιωμένες λειτουργίες και να αποκαταστήσει τις πρώιμες θεμελιώδεις εμπειρίες.

Ο Arnold Mindell, που αρχικά ήταν Γιουνγκιανός αναλυτής, ανέπτυξε στα τέλη της δεκαετίας του 1970, τη δική του προσέγγιση Process Oriented Psychotherapy, που ακολουθεί την ψυχολογική διεργασία του ατόμου καθώς αναπτύσσεται και κινείται σε πολλά διαφορετικά κανάλια.

Ένα άλλο σημαντικό ρεύμα είναι η Σύγχρονη Χορο-Κινητική Ψυχοθεραπεία, μια Σωματική Ψυχοθεραπευτική εκδοχή της Χορο-Κινητικής θεραπείας που ανέπτυξε η Elsa Gindler στο διάστημα 1910-1920.

Η Ilana Rubenfeld (1998) ανέπτυξε την μέθοδο Rubenfeld Synergy Method, η οποία χρησιμοποιεί ένα είδος αγγίγματος με τα χέρια που μοιάζει αρκετά με την τεχνική του ήπιου βιοδυναμικού μασάζ της Gerda Boyesen.

Υπάρχουν επίσης αρκετοί που ασχολήθηκαν με κάποιο είδος «σωματικής θεραπείας» στο οποίο στη συνέχεια προσέθεσαν ψυχοθεραπευτικά στοιχεία ώστε να μετατραπεί σε Σωματική Ψυχοθεραπεία. Για παράδειγμα, στην Ευρώπη, η μέθοδος Postural Integration του Jack Painter (1987) μετατράπηκε σε Psychotherapeutic Postural Integration με την ενσωμάτωση ψυχοθεραπείας Gestalt. Επίσης, στην Αμερική, η Susan Aposhyan (2004) μετέτρεψε το Body – Mind Centering του Bonnie Bainbridge Cohen σε Σωματική Ψυχοθεραπεία. Ο Albert Pesso και η σύζυγός του Diane Boyden-Pesso (1961), προερχόμενοι από το χώρο του επαγγελματικού χορού, μελέτησαν το πώς η κίνηση μπορεί να διευκολύνει την έκφραση των συναισθημάτων. Έτσι, ανέπτυξαν την Ψυχοκινητική προσέγγιση, η οποία πλέον έχει εξελιχθεί σε ένα είδος ψυχοδράματος σωματικής κατεύθυνσης.

Στην ιστορία αυτή, από τον Janet και τους εμπνευστές του μέχρι σήμερα, συνυπάρχει μια αυξανόμενη τάση περιθωριοποίησης του σώματος μαζί με μια αυξανόμενη κατανόηση γύρω από τις νοητικές διεργασίες.

Επικράτησε ένα σχίσμα μεταξύ νου και σώματος, όπου ο νους θεωρείται ότι έχει τον έλεγχο και είναι ανώτερος από το σώμα και τη φύση.

Ο Freud είχε διαγνώσει τις παθολογικές συνέπειες αυτού του σχίσματος, αλλά αργότερα το παρουσίασε ως μια γενικευμένη κατάσταση, υποστηρίζοντας ότι είναι ένα απαραίτητο συστατικό του πολιτισμού.

Έτσι, όπως αναφέραμε πριν, σταμάτησε να μελετά το σώμα και επικεντρώθηκε αποκλειστικά στη λεκτική επικοινωνία, με αποτέλεσμα η πρακτική της ψυχανάλυσης μέσω της ομιλητικής θεραπείας, να περιοριστεί στο πώς η ψυχή επηρεάζει το σώμα και όχι το αντίστροφο. Επιπλέον, η τοποθέτηση του καθίσματος του ψυχαναλυτή πίσω από το «ντιβάνι» περιόριζε την καλή οπτική επαφή με το σώμα του αναλυόμενου με αποτέλεσμα να αποκλείεται κάθε πιθανότητα μη λεκτικής επικοινωνίας.

Γύρω στα 1929-1930, το σώμα μπήκε στο περιθώριο. Ίσως αυτό σχετίζεται με την ενασχόληση του  Reich με τον Μαρξισμό, την κοινωνικοπολιτική θεωρία και τη σεξουαλικότητα. Όταν εκείνος αποβλήθηκε από τη Διεθνή Ψυχαναλυτική Κοινότητα, το σώμα αποσχίστηκε οριστικά από την ψυχανάλυση και τις ψυχοδυναμικές ψυχοθεραπείες. Η ψυχανάλυση έστρεψε το ενδιαφέρον της προς τις αντικειμενότροπες σχέσεις με επίκεντρο τη μεταβίβαση, την αντιμεταβίβαση και το ψυχοδυναμικό ιστορικό, χωρίς καμία αναφορά ή συνεκτίμηση του σώματος.

Έτσι, η ένταξη της σωματικής πραγματικότητας στην ψυχοθεραπεία δεν είναι νέο φαινόμενο αλλά μάλλον μια αποκηρυγμένη πλευρά της.

Χρειάστηκαν 70 χρόνια, από το 1934 μέχρι το 2004 που διεξήχθη στο Cambridge το Συνέδριο «Για το σώμα: Δουλεύοντας με τον ενσωματωμένο νου στην ψυχοθεραπεία», για να επανακτήσει το σώμα τη θέση του στην ψυχοθεραπεία.
Οι νευροεπιστήμες, επίσης, βοηθούν πλέον στην κατεύθυνση μιας ενοποιημένης προσέγγισης της επιστήμης της ψυχολογίας στον άνθρωπο και το σώμα του.

Η Σωματική Ψυχοθεραπεία επωφελήθηκε από την ψυχανάλυση όσον αφορά την ενσωμάτωση της έννοιας της θεραπευτικής σχέσης και την ορθή χρήση της μεταβίβασης και της αντιμεταβίβασης.

Από την άλλη πλευρά, η έννοια της σωματικής αντήχησης (somatic resonance) ως ένα είδος «σωματικής μεταβίβασης», ουσιαστική για πολλούς Σωματικούς Ψυχοθεραπευτές, γίνεται πλέον ολοένα και πιο αποδεκτή στον χώρο της ψυχοθεραπείας γενικότερα, ως μια σημαντική πλευρά της θεραπευτικής σχέσης.

Το σώμα του ψυχοθεραπευτή αναγνωρίζεται πλέον ως σημαντικό στοιχείο στη θεραπευτική διαδικασία (Shaw, 2003).